Τι Χάθηκε στον Ίσκιο της Δικαιοσύνης;

«Τάσο, θα μας φέρεις τους καφέδες και, αν μπορείς, φρόντισε να μην κάνεις θόρυβο. Εδώ δουλεύουμε σοβαρά», είπε ο κύριος Μανώλης, διοικητής της υπηρεσίας. Ήμουν το νέο παιδί στο γραφείο, παρόλο που πλησίαζα τα σαράντα. Με είχε οδηγήσει εδώ η ανάγκη, μετά από χρόνια ανεργίας και μία αποτυχημένη επιχείρηση που μου άφησε χρέη και θλίψη. Μπήκα σαν απλός υπάλληλος στο Δημαρχείο της Νέας Σμύρνης — κι ήξερα εξαρχής πως δε θα ήταν ένα απλό ταξίδι.

Καθώς έσπρωχνα τα πλαστικά ποτηράκια στο δίσκο με τρεμάμενα χέρια, τα λόγια του Μανώλη ήχησαν μέσα μου σαν χαστούκι. Άλλοτε ήμουν νοικοκύρης, με πελάτες και φίλους που με σεβόντουσαν. Τώρα με πήραν για σερβιτόρο — κι ας είχα πτυχία και εμπειρία. Το βλέμμα της Ελένης, συναδέλφου, γέμισε συμπόνια καθώς με πλησίασε στον διάδρομο. «Μη δίνεις σημασία, Τάσο», ψιθύρισε. «Έτσι είναι εδώ, αν δεν έχεις μέσον, σε πατάνε.»

Τι ήταν αυτό που χανόταν σιγά σιγά; Μια φωνή μες στο κεφάλι μου: η αξιοπρέπεια. Κάθε μέρα, λίγο λιγότερη. Από την άλλη, ένιωθα το βλέμμα άλλων, λες και περίμεναν να λυγίσω, να αφήσω τα όρια μου και να συμμετάσχω στη νοοτροπία της αποχαύνωσης, να μπω κι εγώ στη ρουτίνα της αδιαφορίας.

Η δουλειά ήταν απαιτητική, αλλά όχι εξαντλητική. Στο Δημαρχείο, οι διαμάχες για εξουσία όριζαν ποιος δικαιούται τον λόγο, ποιος παίρνει το γραφείο με θέα ή ποιος απολαμβάνει δύο ώρες διάλειμμα. Εγώ έβλεπα, παρατηρούσα τα «κρυφά» καφεδάκια στα διπλανά γραφεία, τις πονηρές ματιές, τα χαρτιά που χάνονταν κι έβρισκαν ξαφνικά το φως όταν άλλαζαν χέρια με το κατάλληλο αντάλλαγμα.

Έβλεπα τον κύριο Μανώλη, πάντα περιποιημένο, με παπούτσια λουστρίνι και στιλ λεγόμενο «ηγετικό». Ήταν ο πρώτος που με αντιμετώπισε ανοιχτά υποτιμητικά. Η αλαζονεία του με έπνιγε. Μία μέρα, καθώς διόρθωνα μια αναφορά στην οποία είχαν γίνει κραυγαλέα λάθη, τον άκουσα να λέει σε μια συνάδελφο: «Αυτός ο Τάσος, μόνο για αγγαρείες είναι, ούτε μια αναφορά δεν μπορεί να συντάξει.» Τον κοίταξα, και για λίγο η καρδιά μου σκλήρυνε.

Σπίτι, τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Η γυναίκα μου, η Ιωάννα, είχε αρχίσει να με κοιτάει διαφορετικά. «Λες και χάθηκες, Τάσο. Δεν μιλάς, ούτε θυμώνεις πια», μου είπε ένα βράδυ, καθώς έβαζα τα παιδιά για ύπνο. Προσπαθούσα να μην της δείξω πόσο με είχε λυγίσει η αίσθηση ότι ήμουν πλέον… αόρατος κοινωνικά, αλλά και στην ίδια μου την οικογένεια.

Κάθε πρωί, θύμιζα στον εαυτό μου πως πρέπει να παραμείνω ταπεινός. Η αλαζονεία με αηδίαζε. Έβλεπα το πλήθος των φωνών γύρω μου — άλλοι φιλήσυχοι κι άλλοι αδίστακτοι — και σκεφτόμουν πως ίσως κάπως έτσι είναι η Ελλάδα. Μια χώρα που οι παρατηρητικοί γίνονται συχνά θύματα εκείνων που ορίζουν την εξουσία ως δικαίωμα να υποβιβάζουν.

Η εσωτερική μου πάλη δεν σταματούσε. Μέσα μου μεγάλωνε η οργή. Μπορούσα να τα ανεχθώ όλα αυτά; Τι πραγματικά χάνω αφήνοντας κάθε μέρα λίγο χώρο να περάσει πάνω μου το κύμα της αδικίας; Ήθελα να τιμωρήσω, να φανερώσω πόσο λίγοι ήταν πραγματικά αυτοί που με ταπεινώνουν. Ή μπορούσα να μείνω στους δικούς μου κώδικες, να κρατήσω ακεραιότητα, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να συνεχίσω να υποφέρω;

Η Ελένη, η μοναδική φίλη, προσπαθούσε να με εμψυχώσει. «Κάτι θα γίνει. Όλα αλλάζουν. Μπορείς κι εσύ να αναδείξεις το ταλέντο σου.» Μα τι δύναμη έχει ο ταπεινός όταν οι δυνατοί τον ειρωνεύονται;

Ένα απόγευμα, λίγο πριν το κλείσιμο, ο κύριος Μανώλης με φώναξε στο γραφείο του. «Τάσο, θα κρατήσεις εσύ το ταμείο μέχρι να γυρίσει ο Νίκος. Έχεις καταλάβει τι θα κάνεις, έτσι;» Του απάντησα καταφατικά, αλλά η φωνή του έμεινε κοφτή, απαξιωτική: «Καλύτερα να μη σε ξαναρωτήσω γιατί —αν θυμάσαι— δεν είσαι κι ο πιο έξυπνος στο γραφείο». Μέσα μου κάτι ράγισε.

Κίνησα να φύγω όταν είδα πάνω στο γραφείο του έναν φάκελο γεμάτο με εσώκλειστες αιτήσεις επιδομάτων. Ήξερα τι σήμαινε. Είχα ακούσει φήμες πως κάποιοι φάκελοι… ξέμπαιναν με το κατάλληλο λάδωμα. Αναρωτήθηκα σοβαρά: μήπως υπήρχε τρόπος να βρω αποδείξεις και να ξεσκεπάσω το κύκλωμα; Όμως, πώς συνδυάζεται η παρατήρηση με τη δράση; Ήταν η ώρα να κρατήσω θέση ανάμεσα στο ονειρικό ιδανικό της δικαιοσύνης και στον ρεαλισμό της ελληνικής πραγματικότητας;

Τις επόμενες μέρες, ήμουν σκιά. Παρατηρούσα, μάζευα χαρτιά, αντέγραφα σιωπηλά αρχεία. Δεν ήθελα να γίνω καταδότης από μίσος — το έκανα πια για όλους όσους περνούσαν από το γραφείο, με το βλέμμα τους χαμηλωμένο, όπως εγώ. Για όσους είχαν ξεχάσει πώς μοιάζει η αξιοπρέπεια — κι ακόμα περισσότερο, για τα ίδια μου τα παιδιά.

Η κρισιμότερη στιγμή ήρθε όταν ο Μανώλης μπήκε έξαλλος στο γραφείο, πετώντας έναν φάκελο στο πρόσωπό μου: «Τι είναι αυτά; Ποιος έβγαλε φωτοτυπίες από τον φάκελο με τις αιτήσεις; Τάσο, εσύ ήσουν;» Κράτησα το βλέμμα ψηλά. Το αίμα μου έβραζε. Είπα μόνο: «Είναι δικαιώματα των πολιτών, κύριε Μανώλη. Ό,τι συμβαίνει εδώ πρέπει να ελέγχεται.» Την ίδια στιγμή, ένιωσα τον φόβο να με κατακλύζει. Αρκούσε μια λέξη για να με απολύσουν, να με σβήσουν από προσώπου γης ως ανυπόληπτο και μισητό.

Συνέβη το απροσδόκητο. Ο φάκελος τον οποίο είχα ήδη δώσει με τρόπο ανώνυμο στους αρμόδιους ελεγκτές πυροδότησε εσωτερικό έλεγχο. Η αλήθεια αποκαλύφθηκε. Και τότε ήρθαν τα τηλεφωνήματα, οι απειλές στα παιδιά μου, οι μπηχτές από συγγενείς («Τι τα θέλεις μπλεξίματα;» μου έλεγε η πεθερά μου), οι φωνές της μάνας μου («Μια φορά στη ζωή σου κάνε υπομονή!»). Σπίτι μου δεν ήρθαν ποτέ μυστικοί, αλλά η ανησυχία πλανιόταν παντού.

Παρέμεινα στη θέση μου. Τα χαμόγελα στο Δημαρχείο άρχισαν να σβήνουν. Κάποιοι με κοιτούσαν με δέος, άλλοι με τρόμο. Κανείς δεν ήξερε πώς να με αντιμετωπίσει — ένας ταπεινός υπάλληλος που τόλμησε, με τον τρόπο του, να προκαλέσει ανατροπή ισορροπιών. Κι εγώ, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και σκέφτηκα: Έχασα κάτι, αλλά απέκτησα ξανά το δικαίωμα να στέκομαι όρθιος.

Μα το ερώτημα με βασανίζει ακόμα: Αξίζει να παλέψεις με τα τέρατα, αν διακινδυνεύεις να γίνεις κι εσύ ένα από αυτά; Είναι άραγε η εξαπάτηση αποδεκτή όταν η αλήθεια υπηρετεί κάτι ανώτερο; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;