«Δεν είμαι η ξενοδόχος της οικογένειάς σας»: Μετακομίσαμε σε χωριό για ηρεμία και το σπίτι μας έγινε πεδίο μάχης
«Μα καλά, δικό σου είναι το σπίτι ή της μάνας σου;» του φώναξα από την κουζίνα, με τα χέρια μέσα στα νερά και το ταψί του παστίτσιου μισόπλυτο.
Στο σαλόνι ακουγόταν η τηλεόραση δυνατά, ο ανιψιός του έτρεχε με βρεγμένα πόδια και άμμο παντού, η πεθερά μου έλεγε στη νύφη της ότι «στο χωριό αυτά είναι χαρές», κι ο Στέλιος, ο άντρας μου, καθόταν στην αυλή και έψηνε σαρδέλες σαν να ήταν Δεκαπενταύγουστος σε πανηγύρι.
Γύρισε και με κοίταξε λες και ήμουν εγώ το πρόβλημα.
«Μην κάνεις έτσι μπροστά στους ανθρώπους.»
Στους ανθρώπους.
Όχι στους συγγενείς που είχαν μπουκάρει πάλι χωρίς ένα τηλέφωνο. Όχι στους δικούς του που είχαν έρθει Παρασκευή βράδυ για “ένα καφεδάκι” και ήταν ήδη Σάββατο μεσημέρι, με σακούλες, τάπερ, μαγιό και απαιτήσεις. Στους ανθρώπους.
Με τον Στέλιο φύγαμε από την Αθήνα πριν ενάμιση χρόνο. Εγώ δούλευα σε φαρμακείο στο Παγκράτι, εκείνος σε εταιρεία με κουφώματα. Είχαμε φτάσει στα όριά μας. Κίνηση, άγχος, ενοίκιο που ανέβαινε, νεύρα, ύπνος κομμένος. Όταν βρέθηκε το παλιό σπίτι στο παραθαλάσσιο χωριό έξω από το Ναύπλιο, το είδα σαν σωτηρία. Λίγη θάλασσα, λίγη ησυχία, να φτιάξουμε κάτι δικό μας.
Το φτιάξαμε με κόπο. Δάνειο, βαψίματα, Σαββατοκύριακα με μαστόρους, οικονομίες μέχρι το τελευταίο ευρώ. Διάλεξα κουρτίνες, φύτεψα βασιλικό, έτριψα πατώματα με τα χέρια μου. Ήθελα να ανοίγω το πρωί το παράθυρο και να μυρίζει αλάτι, όχι να ακούω κόρνες.
Και στην αρχή ήταν έτσι.
Μέχρι που το έμαθαν όλοι.
«Α, τέλεια, θα ερχόμαστε καμιά βόλτα.»
Το “καμιά βόλτα” στην ελληνική οικογένεια μπορεί να σημαίνει δέκα άτομα, τρία αυτοκίνητα και παραμονή μέχρι Δευτέρα. Η πεθερά μου, η Βάσω, ερχόταν με τον πεθερό μου τον Θανάση και έφερναν μαζί και τον κουνιάδο μου τον Μανώλη με τη γυναίκα του και τα παιδιά. Μια άλλη φορά έσκασε και η ξαδέρφη του Στέλιου, η Δέσποινα, με τον αρραβωνιαστικό της, «αφού είμαστε κοντά». Κανείς δεν ρωτούσε. Ενημέρωναν. Και πολλές φορές ούτε αυτό.
Άνοιγε η πόρτα και άκουγα:
«Ήρθαμεεε!»
Κι εγώ πάγωνα.
Γιατί ήξερα τι ακολουθούσε. Σεντόνια, πετσέτες, σκούπισμα ξανά και ξανά, κατσαρόλες, ντοματοσαλάτες, τηγάνια, καφέδες, πιάτα. Οι άντρες στην αυλή. Οι γυναίκες να “βοηθάνε” όσο τους βόλευε, αλλά στο τέλος πάλι εγώ έμενα με τον νεροχύτη γεμάτο και τη μέση κομμένη.
Ο Στέλιος έλεγε πάντα το ίδιο.
«Έλα μωρέ, οικογένεια είναι.»
Ναι. Αλλά εγώ τι ήμουν; Η ταβερνιάρισσα; Η καθαρίστρια; Η αόρατη που δεν κάθεται ποτέ;
Μια φορά, του Αγίου Πνεύματος, είχα 39 πυρετό. Κυριολεκτικά έτρεμα. Του είπα το πρωί:
«Πες τους να μην έρθουν σήμερα. Δεν μπορώ ούτε να σταθώ.»
Με φίλησε στο μέτωπο και είπε:
«Μη στενοχωριέσαι, θα τα κανονίσω εγώ.»
Το μεσημέρι άκουσα κορναρίσματα απ’ έξω.
Είχαν έρθει οκτώ άτομα.
Όταν βγήκα σαν φάντασμα στην κουζίνα, η Βάσω με κοίταξε και μου είπε:
«Κορίτσι μου, βάλε έναν καφέ πρώτα και μετά ξάπλωσε, μη γίνεσαι υπερβολική.»
Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη στιγμή. Όχι για τον πυρετό. Για το ότι ο Στέλιος δεν είπε λέξη. Ούτε μία.
Εκεί έσπασε κάτι μέσα μου.
Την επόμενη εβδομάδα έγραψα ένα μήνυμα στην οικογενειακή τους ομάδα. Τα χέρια μου έτρεμαν, αλλά το έστειλα.
«Από εδώ και πέρα, επισκέψεις στο σπίτι μόνο κατόπιν συνεννόησης και όχι για διανυκτέρευση χωρίς να το έχουμε συμφωνήσει και οι δύο. Χρειαζόμαστε χρόνο και ηρεμία. Ελπίζω να το σεβαστείτε.»
Έγινε χαμός.
Η Βάσω πήρε τον Στέλιο κλαίγοντας ότι την προσβάλαμε. Ο Μανώλης είπε πως “πήρα αέρα επειδή μένω σε χωριό και το παίζω κυρία”. Η Δέσποινα έγραψε ότι «μερικοί άνθρωποι ξεχνάνε από πού ξεκίνησαν». Λες και τους χρωστούσα το σπίτι μου επειδή είμαστε σόι.
Το χειρότερο ήταν ο Στέλιος.
Γύρισε σπίτι, πέταξε τα κλειδιά στο τραπέζι και μου είπε:
«Έκανες ρεζίλι την οικογένειά μου.»
«Όχι», του είπα. «Για πρώτη φορά προστάτεψα τον εαυτό μου.»
«Υπερβάλλεις. Δύο μέρες έρχονται, όχι για πάντα.»
Γέλασα. Ένα γέλιο νευρικό, πικρό.
«Δύο μέρες; Εσύ κάθεσαι και τρως και κάνεις βουτιές. Εγώ αλλάζω σεντόνια, μαγειρεύω για δώδεκα, καθαρίζω τουαλέτες και μετά ακούω κιόλας ότι δεν χαμογελάω αρκετά.»
Με κοίταζε σιωπηλός. Σαν να με έβλεπε πρώτη φορά. Ίσως γιατί πρώτη φορά μιλούσα έτσι.
Του είπα πράγματα που κρατούσα μήνες. Ότι νιώθω ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ότι κάθε αργία με πιάνει κόμπος στο στομάχι. Ότι έχω αρχίσει να εύχομαι να βρέχει για να μην έρθει κανείς. Ότι δεν αντέχω άλλο να με θεωρούν δεδομένη.
Εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε σε χωριστά δωμάτια.
Για τρεις μέρες δεν μιλούσαμε σχεδόν καθόλου. Μόνο τα απαραίτητα. Ούτε καφές μαζί, ούτε “τι ώρα θα γυρίσεις”. Μια παγωνιά. Και μέσα μου ένας φόβος. Μήπως τελικά το πρόβλημα δεν ήταν οι συγγενείς του. Μήπως ήταν ότι ο άντρας μου είχε βολευτεί σε μια ζωή όπου εγώ κουβαλούσα τα πάντα αθόρυβα.
Την Κυριακή ήρθε και με βρήκε στην αυλή. Καθόμουν μόνη και ξεφλούδιζα φασολάκια, πιο πολύ για να απασχολώ τα χέρια μου.
«Η μάνα μου θέλει να έρθουν του Δεκαπενταύγουστου», μου είπε χαμηλά.
Τον κοίταξα και δεν μίλησα.
Κάθισε δίπλα μου.
«Της είπα όχι χωρίς συνεννόηση. Και… θύμωσε.»
«Και;»
«Και της είπα ότι αν έρθουν, θα κλείσω δωμάτια στον ξενώνα απέναντι. Δεν θα πέσουν όλα πάνω σου πάλι.»
Δεν του απάντησα αμέσως. Ήθελα να τον πιστέψω, αλλά ήμουν ήδη κουρασμένη μέχρι το κόκαλο. Μια συγγνώμη δεν σβήνει μήνες. Ούτε ένα “θα το φτιάξω”.
Ακόμα υπάρχει ένταση. Η πεθερά μου μου μιλάει κοφτά. Ο κουνιάδος μου ούτε που με χαιρετάει κανονικά. Και με τον Στέλιο παλεύουμε. Άλλες μέρες κοντεύουμε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, άλλες νιώθω ότι μένουμε μαζί σε ένα σπίτι που εγώ έσωσα τελευταία στιγμή από όλους — ίσως και από εκείνον.
Έβαλα όρια και έγινα η κακιά. Αλλά αν δεν τα έβαζα, θα χανόμουν τελείως.
Πείτε μου ειλικρινά, είχα άδικο που αρνήθηκα να είμαι η μόνιμη οικοδέσποινα όλων;
Εσείς θα αντέχατε να παλεύετε για λίγη ησυχία μέσα στο ίδιο σας το σπίτι;