«Όταν βρήκε τα κρυμμένα 320 ευρώ μου, κατάλαβα πως αν έμενα άλλο θα έχανα και τα παιδιά μου και τον εαυτό μου»

«Πού τα βρήκες αυτά;» φώναξε ο Στέλιος και κουνούσε μπροστά στο πρόσωπό μου το παλιό κουτί από τα παπούτσια, εκεί που είχα κρύψει τα 320 ευρώ. Τα παιδιά πάγωσαν στο διάδρομο. Ο Μάριος κρατούσε ακόμα την τσάντα του φροντιστηρίου, άδεια βέβαια, γιατί φροντιστήριο δεν πήγαινε. Η μικρή, η Ιωάννα, είχε αρχίσει να κλαίει χωρίς ήχο. Εγώ μόνο τον κοίταζα. Για πρώτη φορά δεν ένιωσα φόβο. Ένιωσα κάτι χειρότερο. Ντροπή. Για όλα τα χρόνια που ζούσα έτσι.

«Από το σούπερ μάρκετ. Από τα ρέστα. Από όπου μπορούσα», του είπα.

Χτύπησε το κουτί στον πάγκο της κουζίνας.

«Με κλέβεις μέσα στο σπίτι μου;»

Στο σπίτι του. Όχι στο σπίτι μας. Έτσι το έλεγε πάντα όταν ήθελε να με μικρύνει.

Εγώ είμαι η Ελένη. Είμαι 39 χρονών και για δώδεκα χρόνια πίστευα πως η υπομονή είναι αρετή. Μετά κατάλαβα ότι, αν την κάνεις συνήθεια, γίνεται φυλακή.

Ο Στέλιος δούλευε σε αποθήκη με οικοδομικά υλικά στον Ασπρόπυργο. Δεν ήμασταν πλούσιοι, ούτε ποτέ ζητούσα πολλά. Αλλά ο τρόπος που κρατούσε τα λεφτά δεν ήταν οικονομία. Ήταν εξουσία. Μου έδινε μετρημένα χρήματα, σχεδόν σαν χαρτζιλίκι. Έπρεπε να του λέω τι πήρα, πόσο έκανε η φέτα, γιατί ακριβαίνουν τα αυγά, γιατί το παιδί θέλει καινούρια αθλητικά αφού «τα παλιά μια χαρά είναι».

Αν έλειπαν δυο ευρώ, με ρωτούσε ξανά και ξανά.

«Πού πήγαν;»

«Στον φούρνο, Στέλιο, πήρα κουλούρια στα παιδιά.»

«Κουλούρια; Και στο σπίτι τι έχουμε; Ψωμί δεν έχουμε;»

Στην αρχή νόμιζα πως περνούσε άγχος. Μετά κατάλαβα ότι του άρεσε να αποφασίζει για όλα. Και πιο πολύ του άρεσε να βλέπει εμένα να ζητάω.

Ο Μάριος πέρσι πέρασε δύσκολη χρονιά στο σχολείο. Ο φιλόλογος μάς είπε ότι χρειαζόταν βοήθεια, ίσως ένα φροντιστήριο, έστω δύο ώρες την εβδομάδα. Το παιδί ντρεπόταν. Δεν μιλούσε εύκολα. Μια μέρα τον άκουσα στο δωμάτιό του να λέει στο τηλέφωνο σε έναν φίλο του, «Δεν θα έρθω μπάσκετ φέτος. Δεν βγαίνει». Ήταν 14 χρονών και μιλούσε σαν κουρασμένος μεγάλος.

Το ίδιο βράδυ είπα στον Στέλιο:

«Ο Μάριος χρειάζεται φροντιστήριο. Και αν γίνεται, να συνεχίσει και το μπάσκετ. Του κάνει καλό.»

Δεν σήκωσε καν το βλέμμα από την τηλεόραση.

«Όχι.»

«Τι θα πει όχι; Για το παιδί σου μιλάμε.»

«Εγώ ξέρω καλύτερα. Άμα θέλει να διαβάσει, ας διαβάσει. Φροντιστήρια και βλακείες δεν πληρώνω.»

«Και τα αθλητικά του; Είναι σκισμένα.»

«Να προσέχει τα πράγματά του.»

Τόσο ψυχρά. Σαν να μιλούσαμε για λογαριασμούς και όχι για παιδί.

Εκείνη τη μέρα άρχισα να βάζω λεφτά στην άκρη. Πέντε ευρώ από εδώ, δυο από εκεί. Μερικές φορές άφηνα πίσω ένα γιαούρτι, ένα απορρυπαντικό, κάτι που χρειαζονταν κι αυτά, για να κρατήσω λίγα μετρητά. Το ξέρω, ακούγεται άσχημο. Αλλά όταν πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα σε μαλακτικό και τετράδια, διαλέγεις τα τετράδια.

Παράλληλα έψαχνα δουλειά. Κρυφά. Έστειλα βιογραφικό σε ένα καθαριστήριο στο Περιστέρι, σε ένα φούρνο, σε μια αποθήκη ρούχων. Δεν είχα δουλέψει χρόνια, από τότε που γεννήθηκε η Ιωάννα, γιατί ο Στέλιος έλεγε πάντα το ίδιο:

«Η γυναίκα που τρέχει έξω, διαλύει το σπίτι της.»

Μια φορά τόλμησα να του πω πως και το σπίτι διαλύεται όταν μόνο ένας έχει φωνή.

Δεν μου μίλησε για δύο μέρες.

Η πεθερά μου, η κυρία Αθηνά, ήξερε αλλά δεν έπαιρνε θέση.

«Κάνε υπομονή, παιδί μου. Οι άντρες έτσι είναι. Τουλάχιστον δεν σας λείπει το φαγητό.»

Αυτή η φράση με τρέλαινε. Δηλαδή πρέπει να λέμε και ευχαριστώ που τρώμε;

Δύο εβδομάδες πριν φύγω, με πήραν από ένα μικρό αρτοποιείο κοντά στον Κολωνό. Πρωινή δουλειά, λίγα χρήματα, αλλά σταθερά. Μου είπαν να περάσω να μιλήσουμε. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Όταν γύρισα σπίτι εκείνη τη μέρα, ο Μάριος με ρώτησε χαμηλόφωνα:

«Μαμά, αν δούλευες, θα ήταν αλλιώς τα πράγματα;»

Με διέλυσε.

«Ναι», του είπα. «Θα είναι αλλιώς.»

Δεν ξέρω αν το πίστευα τότε. Ήθελα όμως να το πιστέψει εκείνος.

Και φτάνουμε σε εκείνο το βράδυ με το κουτί.

Ο Στέλιος ούρλιαζε. Έλεγε ότι τον κορόιδευα, ότι τον ντρόπιασα, ότι στο σπίτι του δεν θα γίνονται κρυφά πράγματα. Ο Μάριος μπήκε μπροστά μου. Μπροστά μου. Ένα παιδί 14 χρονών.

«Μην της φωνάζεις!» είπε.

Ο Στέλιος γύρισε και τον κοίταξε τόσο άγρια, που ένιωσα το αίμα μου να παγώνει.

«Εσύ μην ανακατεύεσαι.»

Και τότε η Ιωάννα έπιασε το μανίκι μου και ψιθύρισε:

«Μαμά, πάμε στη γιαγιά;»

Όχι από καπρίτσιο. Από φόβο. Το άκουσα στη φωνή της.

Εκεί ήταν. Το τέλος.

Δεν φώναξα. Δεν έκλαψα. Πήγα στο δωμάτιο, άνοιξα μια σακούλα και έβαλα μέσα δυο αλλαξιές για τα παιδιά, τα βιβλιάρια τους, κάτι φάρμακα, φορτιστές. Ο Στέλιος με ακολουθούσε και έλεγε:

«Πού πας; Θα γυρίσεις σε μία ώρα. Δεν μπορείς χωρίς εμένα.»

Τον κοίταξα και του είπα το μόνο που έπρεπε να είχα πει χρόνια πριν.

«Δεν φεύγω επειδή δεν μπορώ χωρίς εσένα. Φεύγω επειδή δεν μπορώ άλλο μαζί σου.»

Πήρα τα παιδιά και φύγαμε νύχτα. Πήγαμε στη μητέρα μου, τη Βάσω, στο Αιγάλεω. Κοιμηθήκαμε τρεις άνθρωποι σε ένα δωμάτιο, με βαλίτσα για κομοδίνο και μια σακούλα ρούχα δίπλα στην πόρτα. Κι όμως, εκείνο ήταν το πρώτο βράδυ μετά από χρόνια που ο Μάριος κοιμήθηκε χωρίς να τρίζει τα δόντια του.

Από τότε πέρασαν οκτώ μήνες. Δουλεύω στο αρτοποιείο. Είναι δύσκολα. Πολύ. Μετράω και το ευρώ. Αλλά τώρα το μετράω εγώ. Ο Μάριος ξεκίνησε επιτέλους φροντιστήριο και ξαναπήγε μπάσκετ. Η Ιωάννα γελάει πιο εύκολα. Ακόμα τρέχω για δικηγόρους, χαρτιά, επιδόματα, λογαριασμούς. Ο Στέλιος λέει παντού ότι του κατέστρεψα την οικογένεια για λεφτά. Η ειρωνεία, ε;

Μόνο που εγώ δεν έφυγα για τα λεφτά. Έφυγα γιατί κατάλαβα πως όταν ένα παιδί μαθαίνει ότι πρέπει να παρακαλά για τα βασικά, κάτι σπάει μέσα του. Και δεν ήθελα τα παιδιά μου να μάθουν την αγάπη σαν φόβο, ούτε τον γάμο σαν άδεια ταμειακή και κλειστή πόρτα.

Ακόμα αναρωτιέμαι γιατί άργησα τόσο να φύγω.

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Και πόσα πράγματα αντέχει μια μάνα πριν πει επιτέλους «ως εδώ»;