Στα σκαλιά ανάμεσα στην ελπίδα και την απόγνωση: Η απόδραση από τον τύραννο

«Να φύγεις; Μα πού να πας νυχτιάτικα μ’ αυτά τα παιδιά; Τόλμησες και σκέφτηκες να μ’ αφήσεις; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;»

Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που έχει περάσει πάνω από μια ώρα από τη στιγμή που άρπαξα τα παιδιά και βγήκα στο σκοτάδι. Η Άννα, το κοριτσάκι μου, τρέμει από το κρύο στην αγκαλιά μου και ο μικρός Κώστας προσπαθεί να καταλάβει γιατί περπατάμε σκυφτοί και τρομαγμένοι στη σκάλα ενός παλιού πολυκατοικίου στον Ταύρο.

Τα βήματά μου γλιστρούν επάνω στις μωσαικές πλάκες, σχεδόν δεν ανασαίνω, δεν τολμώ να ελπίζω ακόμα για τίποτα. Είναι η τρίτη φορά που φεύγω, μα ποτέ δεν είχα το θάρρος να το κάνω αυτή τη νύχτα, που η βροχή στον δρόμο μοιάζει θρήνος κι η ψυχή μου φωνάζει “φτάνει”. Ο Νίκος πάντα ήξερε να με κρατάει εγκλωβισμένη με τα λόγια, με το βλέμμα, με τον φόβο. Οι γείτονες έκλειναν τα παράθυρα όταν φώναζε• μια φορά προσπάθησε να με πνίξει μπροστά στη μικρή, και κανείς δεν κούνησε ούτε δάχτυλο.

Έφτασα στην εξώπορτα της φίλης μου Ευγενίας. Μεγαλώσαμε μαζί, ορκιστήκαμε πως ό,τι κι αν γίνει θα σταθούμε η μια δίπλα στην άλλη. Πατάω το κουδούνι, δυνατά, ξανά και ξανά. Η Άννα με κοιτά στα μάτια – ψάχνει ελπίδα. Ακούω βήματα στο εσωτερικό και πριν προλάβω να νιώσω ανακούφιση, ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο σύζυγός της, ο Παναγιώτης. Το πρόσωπό του σκοτεινό, ενοχλημένο.

«Τι έγινε Μαριάννα; Τι έπαθες τέτοια ώρα;»

«Σε παρακαλώ, Παναγιώτη, χρειάζομαι βοήθεια…» προλαβαίνω να πω, μα πριν τελειώσω τη φράση, ακούω τη φωνή της Ευγενίας στο βάθος, «Άστην να περάσει, Παναγιώτη!» Το πρόσωπο του Παναγιώτη όμως παραμένει αμετάπειστο. Γυρίζει και της ψιθυρίζει κάτι που δεν προλαβαίνω να ακούσω και μετά, με μια κίνηση, μας αφήνει απ’ έξω.

Μένω ν’ ακούω το θόρυβο της κλειδαριάς.

Ακουμπάω στον τοίχο της σκάλας κι όλο μου το βάρος βγαίνει σε λυγμούς. Τα δυο παιδιά μου με κοιτούν, το ένα έσφιξε την μπλούζα μου, το άλλο παίζει με μια σπασμένη δαντέλα από το μπουφάν του. Σηκώνομαι και συνεχίζω – πρέπει να προσπαθήσω αλλού. Ελένη; Χριστίνα; Μα καμία δεν απαντά στα τηλέφωνα. Στέλνω μηνύματα, το μυαλό μου θολώνει. Προσπαθώ να θυμηθώ τη ζεστασιά που ήξερα παιδί, όταν η γιαγιά μου μ’ αγκάλιαζε και μου ‘λεγε «κανείς δεν είναι μόνος του στη ζωή». Ψέματα – απόψε είμαι μόνη. Όλοι φοβούνται. Φοβούνται το μπελά, τον άντρα μου, τη φήμη στα καφενεία, “τι θα λέει ο κόσμος;”.

Ο Κώστας κλαίει. Κάθομαι στα ψυχρά σκαλιά, τυλίγω τα δύο κορμιά μου με την παλιά μου ζακέτα και ψιθυρίζω τραγούδια. Τα φώτα του διαδρόμου τρεμοπαίζουν, μια γριά από τον πέμπτο σέρνει τα πόδια της, μας κοιτά, σηκώνει τους ώμους αδιάφορα. Η Άννα με ρωτά:

«Μαμά, θα γυρίσουμε ποτέ σπίτι;»

Δεν έχω απάντηση. Τα μάτια μου καίνε, τα χέρια μου τρέμουν. Θυμάμαι πώς έφτασα ως εδώ – το εφηβικό όνειρο μιας απλής ζωής, ο πρώτος έρωτας με τον Νίκο, το γάμο στην αυλή του σπιτιού, τα γέλια και το πρώτο χτύπημα που πέρασε “κατά λάθος”. Η μαμά μου, όταν το ‘μαθε, μου είπε: «Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν, ο άντρας είναι και λίγο…». Και ο πατέρας μου: «Υπομονή, Μαριάννα, τα παιδιά να μεγαλώσουν».

Πόση υπομονή όμως; Πόσο να αντέξει ένας άνθρωπος να ακούει πως είναι άχρηστος, να δέχεται χαστούκια για το παραμικρό, να ελπίζει πως η αλλάγη στις λέξεις θα φέρει άνοιξη στις ζωές μας; Θυμάμαι εκείνη τη μέρα με το σπασμένο πιάτο• πλημμύρισε το πάτωμα με αίμα και ψίχουλα φόβου. Κι απόψε, το βλέμμα του – όταν κατάλαβε πως πραγματικά είχα μαζέψει πράγματα για να φύγω – είχε κάτι από θεριό.

Η καρδιά μου ανεβοκαταβαίνει στο στήθος, κάθε ήχος αναγκάζει το στομάχι μου να σφίγγεται. Περνάνε λεπτά, ώρες ή μήπως αιώνες από τότε που πέρασα την πόρτα της πολυκατοικίας; Η Άννα έχει κοιμηθεί στον ώμο μου, ο Κώστας μουγκρίζει ανήσυχος. Σκέφτομαι να κατέβω έναν όροφο, μήπως κάποια άλλη πόρτα μ’ ακούσει. Πλησιάζω, χτυπάω διστακτικά, μια γυναικεία φωνή μουρμουρίζει «ποιος είναι τέτοια ώρα;». Αναστενάζω, δε θα μου ανοίξει.

Τα μηνύματα στο κινητό γεμίζουν τύψεις: «Παρακαλώ! Βοήθεια!» – “Δε γίνεται, Μαριάννα, ο άντρας μου δε θέλει μπλεξίματα”, “Με συγχωρείς, φοβάμαι…”. Σκέφτομαι: Αυτή είναι η κοινωνία που χτίσαμε, οι οικογένειες που λέμε πως βοηθάμε; Πού είναι οι φίλοι του γλεντιού, των γενεθλίων, των φωτογραφιών στο Facebook;

Στην απόγνωση μου, γράφω στον αδελφό μου, που μένει στα βόρεια προάστια – χρόνια να τον δω, μας χώρισαν διαφορές. Δεν απαντά. Ίσως κοιμάται, ίσως δε θέλει να μπλεχτεί. Η νύχτα προχωράει. Το φεγγάρι ψηλά, σκιά στα τζάμια. Τα παιδιά μου κοιμούνται πλάι μου, εγώ τα κοιτάω και υπόσχομαι να μην τα βάλω πίσω σ’ εκείνον τον εφιάλτη.

Σε μια στιγμή, μέσα στην ησυχία, ακούω τη φωνή της ευαισθησίας μέσα μου. Πρέπει να κάνω το παράλογο – να χτυπήσω το κουδούνι ενός ξένου. Τρέμω, μα χτυπάω. Η πόρτα ανοίγει, μια γυναίκα, γύρω στα εξήντα, με βλέπει – τα μάτια της ψηλαφούν την αλήθεια στο βλέμμα μου.

«Κορίτσι μου, τι έγινε; Έλα μέσα, έχεις παιδιά; Πάμε. Εδώ κανείς δε μένει στους διαδρόμους…»

Και τότε, σαν κάποιος να λύγισε τις αλυσίδες μου, στραγγισμένη, αφήνομαι σ’ αυτήν την ξένη αγκαλιά. Τα παιδιά κουλουριάζονται στο πάτωμα, εγώ κάθομαι στην άκρη της κουζίνας. Μυρίζει καφές και παξιμάδια κι ανθρωπιά. Την κοιτάω και νιώθω να ανασαίνω ξανά.

Στις ώρες που κυλάνε, της εξιστορώ όλη μου τη ζωή – τα όνειρά μου, τις ελπίδες, τον τρόμο, τα χρόνια που νόμιζα πως όλα θα φτιάξουν. Εκείνη με ακούει, χωρίς να με διακόπτει. «Ξέρεις… έχασα κι εγώ το φως μου κάποτε. Ποτέ μη σταματάς να ζητάς βοήθεια – ακόμα κι όταν αρνούνται, ακόμα κι όταν νιώθεις τη μοναξιά να σε καταβροχθίζει. Μόνο έτσι σώζεσαι, σαν πιάσεις το χέρι που δεν περιμένεις.»

Ξημερώνει. Αυτή η κουρασμένη, ερείπια Ελλάδα που μπορεί να κοιμίζει και να ξυπνάει πόνους, αλλά πάντα κάποιος, κάπου, κρατά μια σπίθα ανθρωπιάς. Τα παιδιά ξυπνούν με ήσυχη ανάσα. Τους φτιάχνει γάλα. Ο ήλιος μπαίνει από τα κάγκελα της πολυκατοικίας, κάνει τα πρόσωπά τους χρυσά. Εκεί, στην κουζίνα της κυρίας Ευδοκίας, ξέρω πως θα προσπαθήσω ξανά – για μένα, για ‘κείνους, για όλες μας.

Σκέφτομαι: Πόσοι ακόμα πατάνε αυτά τα σκαλιά, ανάμεσα στην ελπίδα και στην απόγνωση; Ποιος θα ανοίξει άραγε την πόρτα του στον επόμενο που θα κτυπήσει;