Το τίμημα της σιωπής: Μια εξομολόγηση από την Κατερίνα
«Γιατί δεν μπορείς να είσαι λίγο πιο δυνατή, Κατερίνα;» Η φωνή της μητέρας αντήχησε τόσο δυνατά στο μικρό μας σαλόνι, που η συγκρατημένη μου ανάσα σχεδόν ακούστηκε. Ήμουν 32 χρονών, και όμως, ακόμα, μπροστά στους γονείς μου, αισθανόμουν σαν το φοβισμένο παιδί που αποζητούσε λίγη επιδοκιμασία. Το διήμερο που μόλις είχε περάσει, είχε καταστρέψει ό,τι υπήρχε από ψευδαίσθηση γαλήνης μέσα μου. Η αδερφή μου η Άννα, πάντα το στολίδι της οικογένειας, είχε κερδίσει μια εξαιρετική θέση σε πολυεθνική – κι εγώ, με το ανασφαλές συμβόλαιο στο δημόσιο, ένιωθα να λιώνω πίσω από το χαμόγελο της απελπισίας μου.
Η μάνα, πλέκοντας ακόμα ένα τσιγάρο ανάμεσα στα λεπτά χέρια της, συνέχισε: «Όλοι έχουμε κουραστεί. Ζούμε δύσκολα. Αλλά δεν βγάζω γκρίνια στην οικογένεια. Έξω τα προβλήματα, μέσα η ησυχία!»
Πώς να της εξηγήσω το χάος μέσα μου; Την απόγνωση που με ξυπνούσε ξημερώματα, με τους παλμούς να χτυπούν στα αυτιά και το στήθος να φλέγεται, λες και κάποιος είχε βάλει φωτιά από μέσα. Οι φίλοι μου έβλεπαν μόνο το γελαστό Κατερινάκι, μα πίσω από την πρόσοψη αυτή υπήρχε μια βαθιά κούραση που ήθελε να ουρλιάξει.
Οι γείτονες στην Κυψέλη με ήξεραν ως «το κορίτσι που χαμογελά πάντα». Πόσο κενό και σκληρό ακούγεται σήμερα… Η γειτονική σιδηρά κυρα-Ελένη δεν παρέλειπε να το τονίζει στη μάνα μου: «Παράπονο δεν έχεις, κυρά-Μαρία! Η Κατερίνα είναι διαμάντι.»
Κι εγώ; Εγώ δεν άντεχα. Τις νύχτες, ακουμπισμένη στο παράθυρο, έβλεπα τα αμυδρά φώτα της πόλης και μετρούσα σιωπηλές μου ήττες. Με πονούσε το γεγονός ότι δεν μπορούσα να μοιραστώ πως πολλές φορές ήθελα να τα αφήσω όλα, να χαθώ, να μην ανήκω πουθενά, να πάψω να προσποιούμαι τη δυνατή.
«Γιάννη, είμαι κουρασμένη…» του είπα ένα απόγευμα, ελπίζοντας ότι το αγόρι μου θα άκουγε πίσω από τις λέξεις. Κι εκείνος, ήρεμος όπως πάντα, σχεδόν ξένος, μού απάντησε: «Δεν χρειάζεται να κάνεις έτσι, όλοι είμαστε λίγο κουρασμένοι. Κάνε ένα μπάνιο, φτιάξε έναν ελληνικό και αύριο θα σου περάσει.»
Έκλαψα σιωπηλά στο μπάνιο εκείνο το βράδυ. Δεν ήταν το άθροισμα της δουλειάς, ούτε μόνο η πίεση. Ήταν που φοβόμουν να αποτύχω στα μάτια όλων, ακόμη και του εαυτού μου.
Θυμήθηκα τον πατέρα. Ο πατέρας ποτέ δεν άντεξε την αδυναμία, ούτε τη δικιά του. Μεγαλώσαμε με το βλέμμα του να σφυροκοπά όποιον τολμούσε να δείξει ευάλωτος. Όταν πέθανε, νόμιζα πως η ελευθερία θα έρθει – κι όμως, τα δεσμά είχαν μπει βαθιά μέσα μου.
Στον χώρο εργασίας μου στο υπουργείο, όλα ήταν στημένα για να μην ανθίσει τίποτα ζωντανό. Τυπικά χαμόγελα, εξαντλητικοί αριθμοί, στόχοι που μετακινούνταν συνεχώς. Η Ελένη, η συνάδελφός μου, με ρωτούσε κάθε μεσημέρι: «Τι κάνεις Κατερίνα, καλά;» και εγώ απαντούσα: «Υπέροχα!», ενώ μέσα μου μετρούσα ώρες να τελειώσει η μέρα, να επιστρέψω σπίτι να σβήσω για λίγο το φως της ύπαρξης μου.
Η Άννα ποτέ δεν καταλάβαινε. Έμπαινε στο σπίτι με βήμα ταχύ, σα να ήθελε να πείσει όλους ότι της ανήκει ο κόσμος. «Δεν έχεις παιδιά, δεν έχεις κανόνες! Γιατί σε βλέπω τόσο χάλια; Να βγεις, να διασκεδάσεις, να χαρείς που είσαι νέα!» Μόνο αν ήξερε πόσο αβάσταχτο ήταν το βάρος του κενού αυτού.
Κυριακή απογευματάκι, το τραπέζι γεμάτο. Γέλιο, κουβέντα για τα πολιτικά, για τις αυξήσεις. Η μάνα αγχώνονταν μην πέσει καμιά σταγόνα στο τραπεζομάντηλο. Ξαφνικά, όλα παγώνουν. Η φωνή μου τρέμει, όταν ψιθυρίζω: «Δεν είμαι καλά. Νομίζω θέλω βοήθεια.» Νιώθω τα βλέμματα να καρφώνονται πάνω μου.
Η σιωπή πρώτα. Μετά ένα μειδίαμα από την Άννα: «Άντε καλέ! Όλοι περάσαμε φάσεις, σταμάτα τις δραματικές εξάρσεις.»
Η μάνα δαγκώνει τα χείλη: «Αυτά είναι καπρίτσια. Φτιάξε έναν δυνατό καφέ και θα σου περάσει.»
Ο Γιάννης με κοιτάει με αμηχανία.
Θέλω να φωνάξω, να ταράξω τα πάντα. Αντί γι’ αυτό, σωπαίνω. Γιατί φοβάμαι τον οίκτο περισσότερο από το να με παρεξηγήσουν. Είναι πιο εύκολο να είμαι ήσυχη και αόρατη.
Τι άλλο χάθηκε όλα αυτά τα χρόνια; Ο εαυτός μου. Η ησυχία μου. Έχασα ακόμα και τις μικρές στιγμές χαράς από τον φόβο μην φανώ ελλιπής. Χάθηκα προσπαθώντας να καλύψω τις ανάγκες όλων εκτός από τις δικές μου.
Έχουν βράδυα που ορκίζομαι να φύγω. Να πάρω το τρένο για Θεσσαλονίκη, να ξεχαστώ σε μια νέα πόλη, χωρίς τα παλιά βλέμματα να βαραίνουν τα βήματά μου. Μα πάντα κάτι με κρατάει. Μια ενοχή, πως εγκαταλείπω. Μια ανάγκη να προσαρμοστώ, όσο κι αν σπάω μέσα μου.
Μια μέρα, στο δρόμο για το γραφείο, σταμάτησα και παρατήρησα μια γριά έξω από τον πάγκο της λαϊκής. «Ό,τι θες παιδί μου, όλα τα καταλαβαίνω.» Σκόνταψα στα λόγια της. Κατάλαβα τότε πως όλοι μας κουβαλάμε βάρη, μόνο που ο καθένας τα ντύνει με δική του σιωπή. Ίσως η διαφορά είναι ποιος τολμά να τα ομολογήσει.
Σήμερα γράφω αυτό, με τρεμούλα στα δάχτυλα. Η μητέρα στην κουζίνα τάραξε για ακόμη μια φορά τα πράγματα. «Δεν αντέχουμε άλλη μιζέρια στο σπίτι,» είπε. Μπήκα στο δωμάτιο, έκλεισα την πόρτα, άφησα την ανάσα να βγει δυνατά.
‘’Τι είμαι τελικά; Αδύναμη ή θαρραλέα; Μήπως όλα αυτά τα χρόνια κράτησα μια εικόνα για να μην αποτύχω, και τελικά χάθηκα στην αντοχή μου; Ήρθε η στιγμή να αφήσω τη σιωπή και να βγω στο φως, έστω και τσακισμένη. Εσείς τι θα κάνατε; Το να παραδεχτείς την αδυναμία σου είναι ντροπή ή το απόλυτο θάρρος;’’